“Άκυρη η απεργία!…” Η είδηση έσκασε σαν βόμβα προκαλώντας αγανάκτηση και δυσαρέσκεια σε όλα τα κυβερνητικά γραφεία του τόπου, στα σχολεία και στα νοσοκομεία. Ο λόγος περί της πολυαναμενόμενης απεργίας του Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού, του Ωρομίσθιου Προσωπικό του ΟΚΥπΥ και του Προσωπικό των Σχολικών Εφορειών, η οποία ήταν από μήνες πριν προγραμματισμένη για τις 17 Σεπτέμβρη, και ακυρώθηκε μόλις μία μέρα πριν. Μάλιστα, ακριβώς πριν την ανακοίνωση της ακύρωσης, ξέσπασαν δύο ακόμη αυθόρμητες απεργίες σε κρατικές υπηρεσίες, μία στο Νοσοκομείο Λάρνακας και μία στο Υφυπουργείο Πολιτισμού, καταδεικνύοντας ξεκάθαρα πως κάτι σάπιο υπάρχει στο Δημόσιο της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η ακυρωμένη απεργία θα ήτο η συνέχεια της 24ωρης απεργίας που πραγματοποιήθηκε στις 24 Ιουνίου, και υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να εξελιχθεί σε 48ωρη. Ο βασικός λόγος πίσω από τον αγώνα αυτό είναι το μισθολογικό ζήτημα των ωρομισθίων: από το 2010 μέχρι σήμερα έχει παραχωρηθεί μόνο 1,5% γενική αύξηση στους μισθούς (την 1η Οκτωβρίου 2024), ενώ τα αρχικά των κλιμάκων μισθοδοσίας συνεχίζουν να είναι μειωμένα κατά 10% από το έτος 2012, με τις τρεις πρώτες κλίμακες (από τις δέκα) να βρίσκονται στον κατώτατο μισθό. Μιλάμε για κλάδους στους οποίους συνολικά εργοδοτούνται 11 με 12 χιλιάδες εργαζόμενοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σωρεία επιμέρους ζητημάτων. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στον κλάδο των Σχολικών Συνοδών (προσωπικό των Σχολικών Εφορειών), επάγγελμα που μετρά κοντά 30 χρόνια ζωής, κολλημένο στην Κλίμακα Ε3 (παρά την πρόσφατη σχετική συμφωνία για αναβάθμιση), με μισθό τον κατώτατο κουτσουρεμένο λόγω part time εργοδότησης, με απόλυση κάθε χρόνο κάθε καλοκαίρι (που σε συνδυασμό με τις καθυστερήσεις στο ανεργιακό συνεπάγεται στέρηση εισοδήματος) και αμφίβολη εργοδότηση τον Σεπτέμβρη. Κόντρα στο αφήγημα περί βολεμένων δημοσίων υπαλλήλων, ο συγκεκριμένος αγώνας έρχεται να μας θυμίσει ξανά πως σχεδόν το 50% των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα δεν είναι μόνιμοι, και ακόμη και από στους μόνιμους οι Κλίμακες Α2-Α5 ξεκινάνε με μισθούς κάτω από το όριο της φτώχειας. όσο για τα υπόλοιπα “ωφελήματα” του δημοσίου, θα αρκεστούμε στην εν παρωδώ αναφορά πως η πρώτη μέρα απουσίας λόγω ασθένειας αποκόπτεται από τον μισθό του Ωρομίσθιου Προσωπικού.
Πώς και ακυρώθηκε η απεργία σε ένα τόσο ταλανισμένο κλάδο; Στις 16 Σεπτεμβρίου, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ΣΕΚ, ΠΕΟ και ΔΕΟΚ (που καλούσαν στην απεργία), είχαν συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Υπουργό Οικονομικών, στην οποία, σύμφωνα με δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου, “συμφωνήθηκε στο πλαίσιο της θετικής ανταπόκρισης επί όλων των αιτημάτων σε σχέση με το Ωρομίσθιο Κυβερνητικό Προσωπικό να ακολουθήσει ειδική συνάντηση με τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στις 28 Σεπτεμβρίου 2026″. Πρωτοφανής η δήλωση για θετική ανταπόκριση σε όλα τα αιτήματα, την οποία ακολούθησε και συγκεκριμένη αναφορά στο μισθολογικό ζήτημα των Ωρομισθίων. Αν ευσταθεί, ουσιαστικά σημαίνει νίκη στον αγώνα των εργαζομένων, παρά την ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών που μιλούσε για το βαρύ συνολικό κόστος των αιτημάτων των συντεχνιών μόλις μια μέρα πριν. Άρα, τι κόλλημα έχουμε φάει και κριτικάρουμε την ακύρωση της απεργίας;
Να ξεκινήσουμε με το προφανές: οι εργαζόμενοι δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στις δηλώσεις της κυβέρνησης, που θα έκανε τα πάντα για να αποφύγει την διατάραξη της εργασιακής ειρήνης, αλλά ούτε, σε ανησυχητικά αυξανόμενο βαθμό, και στις κινήσεις των συντεχνιών (δύο εκ των οποίων στήριξαν την υποψηφιότητα Χριστοδουλίδη, η εργατική τάξη δεν έχει τόσο κοντή μνήμη). Για το δεύτερο ζήτημα έχουμε τοποθετηθεί πολλάκις (πιο πρόσφατα εδώ), οπότε θα περιοριστούμε στο πρώτο, παίρνοντας σαν σημείο αναφοράς ένα άλλο αγώνα που τρέχει αυτή τη στιγμή, αυτών των εκπαιδευτικών στα Υποστηρικτικά Προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας. Η πρόσφατη “αναβάθμιση” τους στην επαγγελματική κατηγορία που φέρει το όνομα Εργαζόμενοι Αορίστου Χρόνου του Δημοσίου (μία ουσιωδώς αυθαίρετη αλχημεία προς αποφυγή μονιμοποίησης με πλήρη δικαιώματα των εργαζομένων ορισμένου χρόνου όταν η υπηρεσία τους συμπληρώνει τους 30 μήνες), τους άφησε χωρίς μισθό τους καλοκαιρινούς μήνες (στους οποίους δεν εργάζονταν) αλλά και χωρίς πρόσβαση σε ανεργιακό επίδομα (καθώς έχουν συμβάσεις αορίστου χρόνου και άρα δεν βρίσκονται σε αναζήτηση εργασίας). Σε συνδυασμό με την ελλιπή ενημέρωση τους για την διαδικασία που απαιτείται για να εργοδοτηθούν παράλληλα σε δουλειές εκτός του Δημοσίου, αυτοί οι εργαζόμενοι έχουν μείνει για μήνες χωρίς κανένα εισόδημα. Σαν να μην έφτανε αυτό, η μονιμότητα της εργοδότησης (η εξασφαλισμένη εργασία από Σεπτέμβρη), το και καλά επιστέγασμα του νικηφόρου αγώνα τους για να αναγνωριστούν ξανά ως μισθωτοί μετά την μετατροπή τους σε αυτοεργοδοτούμενους εν μία νυκτί το 2013, δέχεται δριμεία επίθεση από τις συντεχνίες των εκπαιδευτικών οι οποίες θέλουν τις θέσεις αυτές ως επιπλέον θέσεις εργασίας για τα μέλη τους. Υπάρχουν ήδη μαρτυρίες από εργαζόμενους για παύση της εργοδότησης τους ή για μειωμένες ώρες (άρα και εισοδήματος) προς όφελος (διορισμένων μάλιστα πολλές φορές) εκπαιδευτικών. Να σημειωθεί πως οι εργαζόμενοι στα συγκεκριμένα προγράμματα προειδοποιούσαν πως θα ξεκινήσει αυτός ο πόλεμος για χρόνια τώρα ενώ έτρεχε ο αγώνας για την αποκατάσταση του κλάδου, αλλά οι συντεχνίες του ιδιωτικού τομέα έκαναν την πάπια για να μην διαταράξουν το κοινό τότε μέτωπο με τις συντεχνίες των εκπαιδευτικών. Η τελευταία κινητοποίηση ενάντια σε αυτή την κατάσταση έγινε στις 3 Σεπτεμβρίου, και έληξε με την “δέσμευση” της κυβέρνησης να προτείνει λύσεις στα θέματα εντός 2 εβδομάδων, και με τις συντεχνίες να καλούν τους εξαθλιωμένους αυτούς εργαζόμενους και τις οικογένειες τους (ξανά) σε υπομονή. Αχρείαστο να αναφέρουμε πως οι δύο εβδομάδες έχουν παρέλθει, χωρίς για την ώρα να έχει ανακοινωθεί το οτιδήποτε που να αφορά στο ζήτημα, ούτε καν ως πρόθεση ή πλάνο.
Αλλά ας επιστρέψουμε, τελειώνοντας, στην ακυρωμένη απεργία της 17ης Σεπτεμβρίου, και ας υποθέσουμε, κόντρα σε όλα τα σημάδια και τα βασικά μας ένστικτα, πως η κυβέρνηση θα τηρήσει την δέσμευση της. Θέση της οργάνωσης μας είναι πως η ανακοινωμένη απεργία θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί έτσι και αλλιώς. Πρώτον, επειδή μια δυναμική μαζική κινητοποίηση, ως δείγμα της μαχητικής αλληλεγγύης των εργαζομένων αυτών των κλάδων, είναι το μόνο που αυξάνει τις όποιες πιθανότητες η κυβέρνηση (και ο κάθε εργοδότης) να τηρήσει τις δεσμεύσεις του προς το προσωπικό. Δεύτερον, γιατί η ακύρωση έντεινε το αίσθημα παραίτησης, ηττοπάθειας και έλλειψης εμπιστοσύνης προς τις συντεχνίες και τους εργατικούς αγώνες γενικότερα. Αποτελεί πάγια θέση της οργάνωσης μας, η οποία αποδεικνύεται ορθή ξανά και ξανά και υιοθετείται από όλο και περισσότερες συνδικαλιστικές οργανώσεις ανά τον πλανήτη, πως οι απεργίες είναι σαν τους μυς: πρέπει να εξασκούνται στη χρήση τους τακτικά, αλλιώς θα ατροφήσουν. Μόνο με τις συλλογικές δράσεις μπορούν οι εργαζόμενοι να βιώσουν πραγματικά την κοινή τους δύναμη, και ότι μπορούν να νικήσουν ουσιαστικές νίκες και όχι μόνο κενές δηλώσεις και εξαγγελίες από κυβερνήσεις και συντεχνίες.



